μέλισσα


μέλισσα
[мэлисса] ουσ. Θ. пчела,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μέλισσα" в других словарях:

  • Μέλισσα — madhu lih fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλισσα — madhu lih fem nom/voc sg μελίζω dismember aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλισσα — Κοινή ονομασία υμενοπτέρων εντόμων της υπεροικογένειας apοidea, στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 19 οικογένειες με 3.000 περίπου είδη. Όλες οι μ. στηρίζονται στη γύρη ως μοναδική πηγή πρωτεϊνών και στο νέκταρ ως πηγή ενέργειας. Για τον λόγο… …   Dictionary of Greek

  • Μέλισσα — Sp Mèlisa Ap Μέλισσα/Melissa L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • μέλισσα — η έντομο υμενόπτερο που παράγει μέλι και κερί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μέλισσα των Αθηνών — Μηνιαίο αθηναϊκό περιοδικό σύγγραμμα. Ιδρύθηκε από τον A. N. Γούδα. Το περιοδικό αυτό ήταν βραχύβιο (1864 65) και κυκλοφόρησε ως η δεύτερη περίοδος της επιθεώρησης Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα (1853 59) …   Dictionary of Greek

  • Ιατρική Μέλισσα — Τίτλος μηνιαίου ιατρικού περιοδικού που εκδόθηκε στην Αθήνα από τον Αναστάσιο Γούδα στο διάστημα 1853 58. Κατά το 1864 65 επανεκδόθηκε με τον τίτλο Μέλισσα Ιατρική …   Dictionary of Greek

  • Ιωνική Μέλισσα — Περιοδικό της Σμύρνης που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1850 από τον Α. Πατρίκιο με φιλολογική και εγκυκλοπαιδική ύλη. Κυριότεροι συνεργάτες του ήταν ο λόγιος Ικέσιος Λάτρης και οι Θ. Τιμαγένης και Ν. Κατρέβας. Η έκδοσή του διακόπηκε τον Αύγουστο του …   Dictionary of Greek

  • Μελίσσας — Μελίσσᾱς , Μέλισσα madhu lih fem acc pl Μελίσσᾱς , Μέλισσα madhu lih fem gen sg (doric aeolic) Μελίσσᾱς , Μελίσσευς masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελίσσας — μελίσσᾱς , μέλισσα madhu lih fem acc pl μελίσσᾱς , μέλισσα madhu lih fem gen sg (doric aeolic) μελίσσᾱς , μελίζω dismember aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)